H Μουσική των Αγγέλων

Η αφήγηση της γέννησης του Χριστού, όπως αυτή μας περιγράφεται στο 2ο κεφάλαιο του Ευαγγελίου του Λουκά και στα πρώτα δυο κεφάλαια του Ματθαίου, περιέχει αρκετές όμορφες αντιφάσεις οι οποίες όταν παραμένουν στον χώρο του παράδοξου και της διαλεκτικής, δίχως να επιλύονται από λογικούς όρους, αναδεικνύουν την άγρια ομορφιά τους. Ο υπέρτατος Θεός του σύμπαντος ως μωρό σε μια φάτνη μεταξύ ζώων, οι βοσκοί από τη μια και οι μάγοι από την άλλη ως οι πρώτοι προσκυνητές του βρέφους και η γενικότερη βουκολική αίσθηση της σκηνής σε αντίθεση με το γεγονός ότι γεννιέται ένας βασιλιάς και συνάμα θεός (συμβάν το οποίο σε άλλες θρησκείες συμπεριελάμβανε συγκρούσεις κοσμικών διαστάσεων), πλάθουν μια ιδιαίτερα περίεργη ιστορία, έναν «μύθο» ο οποίος χάρη στον επαναστατικό του παραλογισμό, δεν έχει να ζηλέψει κάτι από παλαιότερές του μυθολογικές εξιστορήσεις. Το βουκολικό στοιχείο της γέννησης και η εικόνα της υπαίθρου, έρχονται επίσης να μας συνταράξουν ξανά σήμερα, όπου τα Χριστούγεννα αποτελούν πλέον στον δυτικό κόσμο μια ξεκάθαρα αστική γιορτή, με τη δική της χαρακτηριστική μουσική και τραγούδια τα οποία μιλούν μεν για αγάπη αλλά στο τέλος της ημέρας οι στίχοι καταλήγουν στον άνετο χώρο του σαλονιού και στο τζάκι, ενώ η μόνη έξοδος από τον περίκλειστο χώρο φαίνεται να είναι στο μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο της πόλης όπου, πάλι υπό τον ήχο της μουσικής, ο σημερινός άνθρωπος «ασκεί» την παρούσα εκδοχή των Χριστουγέννων. Τέλος, μια αυθαίρετη παρατήρηση θα ήταν πως ενώ σήμερα τα Χριστούγεννα παρουσιάζουν μια επιβολή στη φύση με το κόψιμο και φτιασίδωμα του δέντρου, στην αφήγηση της γέννησης η φύση προσωποποιείται τρόπον τινά με τα ζώα γύρω από τη φάτνη και η ίδια της επιβάλλεται στον χώρο από τη μια ψυχραίνοντας την ατμόσφαιρα την οποία από την άλλη καλούνται τα ζώα να ζεστάνουν (η εικόνα βέβαια των ζώων που ζεσταίνουν τον Χριστό είναι κειμήλιο της παράδοσης και δεν βρίσκεται στα Ευαγγέλια).

Η αντίφαση όμως την οποία θα ήθελα να θίξω σε αυτό το άρθρο έχει να κάνει με τη μουσική της βραδιάς εκείνης της γέννησης. Πρόσφατα παρευρέθηκα σε μια χριστουγεννιάτικη εκδήλωση σε τοπική εκκλησία όπου έπειτα από ορισμένους όμορφους ύμνους, ένας εκ των συντονιστών της βραδιάς αναφέρθηκε στο περιστατικό της παρουσίας των αγγέλων ενώπιον των βοσκών (Λουκ 2:8-14). Η αφήγηση μας δηλώνει τα εξής: Τη νύχτα της γέννησης ορισμένοι βοσκοί φύλαγαν με βάρδιες τα πρόβατά τους. Ξαφνικά ένας άγγελος παρουσιάστηκε αναγγέλοντάς τους τη γέννηση του Χριστού, του απογόνου του Δαυίδ. Εξίσου ξαφνικά ένα (απροσδιόριστο) πλήθος αγγέλων εμφανίστηκε, το οποίο έψελνε δοξάζοντας τον Θεό.

Πρόκειται για έναν μικρό αριθμό στίχων τους οποίους παρόλο που πάντοτε γνώριζα καλά, ποτέ δεν εκτέθηκα στην σχεδόν σκοτεινή παραδοξότητα της αφήγησής των.

Η σκηνή είναι όπως είπαμε και προηγουμένως βουκολική. Οι βοσκοί βρίσκονται στην ύπαιθρο μαζί με τα κοπάδια τους και αν υπολογίσουμε το γεγονός πως η φύλαξη γινόταν με βάρδιες, επρόκειτο για ένα ήσυχο ηχοτοπίο, πιθανότατα διασπαζόμενο από περιστασιακά βελάσματα. Η απλότητα της σκηνής είναι σχεδόν εκκωφαντική. Προφανώς, το τελευταίο πράγμα που θα περίμενε κανείς σε μια τέτοια κατάσταση θα ήταν η ανακοίνωση της γέννησης του Υιού του Θεού από ένα πλήθος αγγέλων. Πόσο μάλλον να παρουσιαστούν οι απεσταλμένοι ενός θεού μπροστά σε απλούς βοσκούς, καθιστώντας τους έτσι τους πρώτους πέραν του θείου ζεύγους οι οποίοι μαθαίνουν για τη γέννηση. Ας στραφούμε όμως στους στίχους 13 και 14. Οι βοσκοί εδώ γίνονται μάρτυρες μιας θείας μουσικής, εκτελεσμένης από ουράνια όντα, τα οποία ακόμα και στον εξωπραγματικό κόσμο της Παλαιάς Διαθήκης σπάνια συναντά κανείς, πόσο μάλλον τα ακούει να τραγουδούν. Όσο άσχημες κι αν είναι οι συνιστώσες του όρου και όσο ελιτισμό και αν αποπνέει, δεν μπορούμε παρά να χαρακτηρίσουμε την μουσική που άκουσαν οι βοσκοί ως, ξεκάθαρα Υψηλή Τέχνη, από το γεγονός και μόνο πως, ανεξάρτητα από το αν το έχουμε ακούσει ή όχι, αποτελεί μια θεία εκτέλεση, μεταφυσική και απόκοσμη.

Η έννοια της υψηλής τέχνης ή υψηλής μουσικής (ή κατ’ άλλους σοβαρής μουσικής), η οποία γενικότερα αναφέρεται στην ευρωπαϊκή κλασική μουσική, επιφέρει ορισμένα προφανή προβλήματα. Ειδικά σε μια εποχή που αυτοαποκαλείται μετανεωτερική, είναι σχεδόν αυτονόητο πως δεν μπορεί μια μουσική να υπερέχει μιας άλλης αξιακά, ή να τίθεται σε κάποιο υψηλότερο βάθρο πολιτισμικά. Ως έναν βαθμό αλλά όχι εξολοκλήρου, συμμερίζομαι αυτή την άποψη. Ωστόσο πέραν του απλού παράγοντα “γούστο”, το οποίο δεν καταφέρνει παρά να φέρνει συζητήσεις και επιχειρηματολογίες σε ένα απροσπέραστο τέλμα εδώ και δεκαετίες, υπάρχουν και τρόποι να ασκήσει κανείς κριτική απέναντι σε ένα είδος μουσικής. Οι κοινωνικές προεκτάσεις μιας μουσικής βιομηχανίας, όπως για παράδειγμα της αμερικανικής ποπ, οφείλουν να εξετάζονται και να κατατάσσονται πολιτισμικά είτε λόγου χάριν σε χαμηλή βαθμίδα λόγω των τυχόν εκφυλισμένων σεξουαλικών τους υπονοουμένων, είτε υψηλά λόγω της συμβολής τους σε μια πιθανόν νέα σεξουαλική απελευθέρωση. Αυτό όμως αφορά το περιεχόμενο των στίχων. Η ίδια η μουσική, ως ήχος, είναι όντως δύσκολο να δεχθεί σαφείς αξιολογήσεις όσον αφορά τις κοινωνικές της προεκτάσεις ή την αξία του εκάστοτε είδους ως μουσική per se. Μια ιδέα ωστόσο μιας τέτοιας κριτικής μπορούμε να εντοπίσουμε στις ιδέες της Σχολής της Φρανκφούρτης η οποία σε κείμενά της τα οποία καταφέρονται ενάντια στη μαζική κουλτούρα (ο πολιτισμός δηλαδή που δημιουργήθηκε με τη μαζικοποίηση των μέσων επικοινωνίας και επομένως της διασκέδασης,τέχνης κτλ) και συγκεκριμένα στη μουσική της (κυρίως στην τζαζ) παραθέτοντας τόσο κοινωνικές και πολιτικές όσο και μουσικολογικές εξηγήσεις αναφορικά με το γιατί η νέα μαζική μουσική εκφυλίζει τον μοντέρνο άνθρωπο και είναι επομένως αξιακά κατώτερη.

Ο Τέοντορ Αντόρνο, φιλόσοφος και συνθέτης, και από τα ιδρυτικά μέλη της Σχολής της Φρανκφούρτης, στο κείμενό του «On Popular Music,» επιχειρεί να παρουσιάσει με μουσικούς όρους τα προβλήματα της μαζικής μουσικής έναντι της “σοβαρής” όπως την αποκαλεί μουσικής. Πρόκειται για μια περίπλοκη ανάλυση η οποία σε άλλα κείμενά του να υπονοεί και τις ανάλογες κοινωνικές προεκτάσεις της μαζικής κουλτούρας. Για παράδειγμα, ο ρυθμικός χαρακτήρας της σύγχρονης μουσικής αποτελεί παράγωγο μιας εκμηχανισμένης κοινωνίας η οποία προωθεί ακόμη περισσότερο τον εκμηχανισμό της καθώς η πρόσληψη της μαζικής μουσικής γίνεται με έναν αυτόματο, μη σκεπτόμενο, τρόπο σε αντίθεση με την πρόσληψη της «σοβαρής» μουσικής.

Προφανώς οι θέσεις αυτές δέχθηκαν την ανάλογη κριτική. Εξάλλου είδαμε πως η μαζική κουλτούρα ορισμένες φορές δημιούργησε ορισμένα νησιά αναρχικότητας μέσα στο εκμηχανισμένο όπως το θεωρεί ο Αντόρνο κατεστημένο, όπως λόγου χάριν η υπαρξιστική επαναστατικότητα της punk rock. Πολλοί κριτικοί τον κατηγόρησαν για ελιτισμό και ο ελιτισμός είναι μια έννοια που ακολουθεί την κλασική μουσική μέσα στη διάρκεια του 20ού αιώνα υπονοώντας πως είναι ένα είδος μουσικής της υψηλής κοινωνίας. Η κλασική μουσική έχει μεν τις κοινωνικές αυτές εκφάνσεις της οι οποίες παραπέμπουν σε ένα ανώτερο είδος μουσικής. Φυσικά όμως είχε και τις λαϊκές της στιγμές, για παράδειγμα σε εκκλησίες όπως αυτή του Αγίου Θωμά στη Λειψία όπου δούλευε ο Μπαχ. Ανεξάρτητα πάντως από το αν ο Αντόρνο έχει δίκιο σε αυτά που λέει ή όχι, θα ήθελα να κρατήσουμε την έννοια της ύπαρξης ενός είδους μουσικής που είναι αξιακά, πολιτισμικά και κοινωνικά ανώτερο από άλλες μορφές, για τα οφέλη αυτής της συζήτησης.

Όπως είδαμε, ακόμα και αν θεωρήσουμε λανθασμένες τις ενδομουσικές παρατηρήσεις του Αντόρνο, ή οποιουδήποτε άλλου, σε κοινωνικό επίπεδο η κλασική μουσική έχει το χαρακτηριστικό του υψηλού. Υπάρχει ένα είδος, μπακαλίστικης έστω, διαβάθμισης.

Ας πάρουμε τώρα ως αξίωμα το γεγονός πως η ψαλμωδία των αγγέλων ενώπιον των βοσκών αποτελεί είδος μουσικής υψηλότερο από την κλασική. Καθώς εξέρχεται από το πνευματικό και το μεταφυσικό, από τους απεσταλμένους του Θεού, οι οποίοι όμως διατηρούν την υλικότητα του ήχου, ένα τέτοιο αξίωμα δεν ακούγεται παράλογο. Οι βοσκοί επομένως λαμβάνουν μέρος σε αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε υψηλή τέχνη, τον πολιτισμό των διανοουμένων, της ελίτ, αλλά με ακόμη περισσότερες δόσεις ελιτισμού καθώς επρόκειτο για ένα έργο που έρχεται από τα ουράνια. Πιθανότατα μάλιστα η εικόνα αγγέλων να υμνούν να θύμιζε στον αναγνώστη της εποχής, τους ρωμαϊκούς θριάμβους των αυτοκρατόρων, οι οποίοι γίνονταν μετά θριαμβευτικής μουσικής, ενώπιον του ρωμαϊκού λαού και των ανάλογων αρχόντων και επισήμων.

Η αφήγηση όμως του Λουκά δεν υπολογίζει άρχοντες και διανοούμενους ή καλλιτέχνες ως τους σωστούς αποδέκτες του θείου διαγγέλματος. Αντίθετα το μουσικό θαύμα αναλώνεται και διαλύεται μπροστά στα αφτιά βοσκών. Η βουκολικότητα της σκηνής συνδιαπλέκεται με την τέχνη, δημιουργώντας ένα επαναστατικό μείγμα. Η μουσική και οι ύμνοι, τους οποίους ποτέ δεν ακούσαμε εμείς και τους οποίους ποτέ δεν θα ακούσουμε καθώς οι άγγελοι εμφανίστηκαν σε ένα κοινό το οποίο αδυνατούσε να ανασκευάσει (έστω και αν θεωρήσουμε πως η θεία μουσική ανασκευάζεται), έμεινε έτσι στον μύθο και στην παραλογική του ομορφιά. Θυμίζει σε μικρότερο βαθμό τον παραλογισμό του σταυρού όπου ο Χριστός ξοδεύτηκε για τον άνθρωπο. Έτσι κι εδώ, η αφήγηση θέλει τον Θεό να σπαταλά τον θρίαμβο των αγγέλων του και την μαγική τους τέχνη σε βοσκούς. Η σκέψη πως πλήθη αγγέλων δίνουν μια και μοναδική, παρθενική, παράσταση μπροστά σε βοσκούς οφείλει να μας σοκάρει. Να μας βάζει σε σκέψεις ως προς τις γλυκές αντινομίες της Γραφής, οι οποίες προσδίδουν αυτό που πολλές φορές λείπει από τις χριστουγεννιάτικες συζητήσεις μας. Μια άγρια, επαναστατική ομορφιά.

Ο Τόλκιν, στο μεγαλειώδες έργο του «Σιλμαρίλλιον» παρουσιάζει τη δημιουργία του κόσμου ως μια σειρά από μουσικά σχήματα τα οποία δημιουργούν οι Βάλαρ, τα όντα που βρίσκονται αμέσως κάτω από τον Έρου, τον Θεό. Έχοντας μάθει την τέχνη της μουσικής, αυτοί οι τρόπον τινά ημίθεοι ή άγγελοι, παρουσιάζουν στον Δημιουργό τους τις μουσικές τους δημιουργίες μη γνωρίζοντας πως ενώ ψέλνουν και τραγουδούν δημιουργείται κάτι έξω από τη νόησή τους, κάτι το υλικό. Η σαγηνευτική εικόνα ενός κόσμου ο οποίος δημιουργείται με τη μουσική μας θυμίζει εν ολίγοις την αφήγηση της γέννησης. Ο θρίαμβος των αγγέλων εγκαινιάζει μια νέα εποχή στην οποία δεν είναι ακροατής μόνο ο Θεός αλλά και ο άνθρωπος στην ταπεινή μορφή του βοσκού. Εγκαινιάζει μια εποχή δόξας του Θεού, ειρήνης της γης και αγάπης και σωτηρίας για τους ανθρώπους.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s