Ο Συρμός

Μπήκαμε σιγά σιγά στον άδειο συρμό. Άδειος, γιατί ήταν η αφετηρία. Κανείς δεν κάθισε στις θέσεις, παρόλο που ήταν καθαρές αυτή τη φορά, σχεδόν γυαλισμένες. Περιμέναμε όλοι μήπως μπουν μέσα λίγο πιο αργοπορημένοι κάποιοι μιας πιο απομακρυσμένης ηλικίας, πιο παλιοί, τα σώματα των οποίων χρειάζονταν λίγο χώρο να ακουμπήσουν. Ακόμα και αυτοί που ήταν από περασμένες εποχές, 70 χρονών ή ακόμα και 80, στέκονταν όρθιοι. Ίσως σκέφτονταν πως -δεν μπορεί- όλο και κάποιος πιο ηλικιωμένος θα έρθει. Κάποιος πιο κουρασμένος.

Ο συρμός ξεκίνησε χωρίς να εμφανιστούν άνθρωποι για τα καθίσματα. Εμείς όμως συνεχίσαμε να είμαστε όρθιοι. Ποτέ δεν ξέρεις. Μπορεί να μπει κάποιος πολύ γέρος. Λογικό είναι εξάλλου. Ήρθε όμως η επόμενη στάση, και η επόμενη, χωρίς να βρεθεί υποψήφιος. Η γυναίκα που νυχθημερόν απαγγέλλει ονόματα σταθμών στο μεγάφωνο, κρατώντας μας συντροφιά, κουράστηκε πια το ρητό της και σώπασε. Οι επόμενες στάσεις έφθασαν βουβές, σαν από άλλο παραμύθι. Και όπως όλα τα παραμύθια, κάθε μια τους ήταν μια έξοδος προς έναν άλλο κόσμο, σε μέρη όπου μπορείς να ζήσεις. Άλλη στάση είχε περιβόλια ατέλειωτα, με δέντρα που στα κλαδιά τους είχαν ανθοδέσμες, δεμένες με σπάγκο τρίχινο. Μια άλλη ήταν πάνω στα βουνά, σε μια χιονοντυμένη χαράδρα, η οποία σε καλούσε με φωνή κρυστάλλινη να τη γευτείς. Λίγο πιο πέρα είδαμε ένα ακρωτήρι, με έναν φάρο γαλάζιο σαν τη θάλασσα και τον ουρανό ενωμένους μαζί, θαρρείς σαν να θέλει να μη φαίνεται, ώστε να μπερδεύει τους ναυτικούς και να διαλύονται στα σκληρά βράχια γύρω του (χρόνια αργότερα έμαθα πως ούτε φως είχε στην κορυφή και πως όντως καλούσε πλοία πάνω του, σα λάγνα σειρήνα που ορέγεται νέους ναύτες). Κι άλλα πολλά είδαμε. Μέρη να τρομάζεις, να παθιάζεσαι, να ζεις.

Εμείς όμως τα προσπεράσαμε όλα αυτά. Ακόμη, παρατήρησα πως όλοι ήμασταν στραμμένοι ευθεία μπροστά. Νέοι και γέροι, περιμένοντας πού θα μας βγάλει ο ονειρικός συρμός. Οι κλεφτές ματιές στους περίεργους σταθμούς, μας κινούσαν προς στιγμήν την προσοχή αλλά κανείς δεν βγήκε να χιμήξει στα δελεαστικά τοπία. Μας κρατούσε μέσα η προσδοκία του σκοπού, της ουτοπίας που περιμένει -έτσι λένε- μετά το τέλος της ιστορίας.

Δε θα πιστέψεις, επίσης, πως ακόμα, μετά από τόση ώρα, κανείς μας δεν κάθισε να ξεκουραστεί. Σαν η ματιά μας προς τα εμπρός να μας έκανε να ξεχάσουμε πως μπορείς, άμα θες, άμα σου κάνει κέφι, να καθίσεις λίγο, να γείρεις το κεφάλι σου στον διπλανό. Κανείς όμως. Ακόμα και οι μεγαλύτεροι. Όλοι συνεχίσαμε να κοιτάμε μπροστά. Έτσι κι αλλιώς εξακολουθούσαμε να περιμένουμε τον μυθολογικό αυτόν ηλικιωμένο, τον πιο γέρο απ’ όλους μας που θα πρέπει να καθίσει οπωσδήποτε. Και τόσο θέλαν όλοι να τον διευκολύνουν που κανείς δεν κάθισε πουθενά έτσι ώστε αυτό το μυθικό πια πρόσωπο να έχει την άνεση να επιλέξει: «Δε θέλω εδώ, δε μου αρέσει. Εδώ δεν έχω παράθυρο. Α, να εδώ ωραία είναι.»

Ο συρμός συνέχιζε, άλλοτε αργά και άλλοτε πιο γρήγορα. Μετά από λίγο σταμάτησαν οι στάσεις και προχωρούσαμε σαν σε έναν κάμπο περίεργο. Δεν θα τον περιγράψω. Ας μείνει μυστήριο.

Ο κάμπος όμως έγινε ένα μικρό φαράγγι, ή μια σχισμή αν θέλεις σε έναν βράχο. Και σιγά σιγά, ο συρμός μας οδήγησε στις πρώτες εικόνες μιας παραλίας. Από τα πλαϊνά παράθυρα μπορούσαμε να δούμε μόνο την άμμο, χρυσή, ζεστή και σαγηνευτική -αιθέρια. Οι ρόδες τσίριξαν λίγο πάνω στις γραμμές και ύστερα σταμάτησαν. Προς στιγμήν δεν κάναμε τίποτα, περιμένοντας πως θα μας μιλήσει η κοπέλα που ανακοινώνει τις στάσεις. Αλλά γρήγορα θυμηθήκαμε πως μας είχε ξεχάσει, ή πως την ξεχάσαμε εμείς, ή πως τελοσπάντων είτε αυτή βαρέθηκε να μας μιλάει ή εμείς να την ακούμε. Μια από τις κοπέλες λίγο πιο μπροστά ανέλαβε τον ρόλο: «Φθάσαμε» είπε σιγανά. Κοιτάξαμε γύρω μας τους συνοδοιπόρους σε αυτό το πολύχρονο ταξίδι. Είδαμε πως όλοι είμαστε νέοι τώρα. Ακόμα και οι πιο ηλικιωμένοι είχαν ανθίσει, ενώ οι ήδη νέοι κατάλαβαν τη δύναμή τους.

Βγήκαμε αργά έξω. Χωρίς βιασύνη. Η παραλία δεν ήταν άλλη μια στάση αλλά το τέλος. Δε θα έφευγε, ούτε θα έκλεινε τις πόρτες της. Κάποιοι ξανακοιτάξαμε μέσα στο βαγόνι μήπως ξεχάσαμε τίποτα. Αντιληφθήκαμε, περιχαρείς, πως είχαμε ξεχάσει πολλά και τα αφήσαμε εκεί να μαραζώνουν, καθώς χαμόγελα άρχισαν σιγά σιγά να διαγράφονται στα πρόσωπά μας. Το αν η άγνοια είναι τελικά ευτυχία δε θα το μάθουμε ποτέ.

Η θάλασσα ήταν πανέμορφη, αρχαία. Σου ψυθίριζε πως «υπάρχω από πάντοτε, από τότε που Πνεύμα έπνεε πάνω μου. Από τότε που εσύ δε με θυμάσαι.»

Βγάλαμε όλοι τα ρούχα μας. Όλα, ακόμα κι αυτά που ξεχάσαμε κάπου πίσω… ούτε που θυμόμασταν πού. Και όλοι ήμασταν υπέροχοι και όμορφοι. Τα γυμνά μας κορμιά, λαμπυρίζοντας μπροστά στον αιώνιο ήλιο, δεν ήθελαν αφορμή να εκδηλώσουν το κάλλος τους, ένα κάλλος το οποίο δεν απαιτούσε βελτίωση. Κοιταχτήκαμε όλοι μεταξύ μας. Από πάνω έως κάτω, σταματώντας πού και πού στα σημεία που άλλοτε ήταν κρυφά, όπως τα στήθη, το τρίχωμα ανάμεσα στα πόδια, ή σε μέρη που για τον καθένα ήταν ξεχωριστά. Η ελιά στην κοιλιά της Ανθούσας. Η γκρατζουνιά στον μηρό του Ηλία. Οι αυλακώσεις στην πλάτη της Αυγής.

Αρχίσαμε όλοι να μπαίνουμε στο νερό και η δροσιά του μας γέμισε και μας χόρτασε χαρά. Μείναμε μέσα μέχρι το βράδυ και δεν σταματήσαμε να παίζουμε και να κολυμπούμε. Ήταν ο έρωτας αθώος εκείνες τις στιγμές και η ομορφιά περίσσευε, θα έλεγες τόσο, που μπορούσες να απλώσεις τα χέρια σου να τη μαζέψεις και να τη δώσεις στον υπόλοιπο κόσμο, τον καμένο. Να ξαναγειάνει. Αλλά εκεί, στην παραλία, το μόνο καμένο ήταν κάποιων τα σκούρα δέρματα, που είχανε συνάψει συμφωνία με τον ήλιο να τους μεταμορφώνει κάθε καλοκαίρι σε ανθρώπους δικούς του, παιδιά του θέρους. Άλλοι πάλι ήταν κάτασπροι, κορίτσια σαν πριγκίπισσες από τα παραμύθια τα παλιά, όπου ο βασιλιάς δε δεχότανε να τις αγγίξει της μέρας το πυρωμένο χάδι. Κι αυτό τη χάρη του έχει. Ιδίως αν ο Θεός τις προίκισε με κατακόκκινα μαλλιά σαν φλόγες. Αλλά ο καθένας άλλα μπορεί να πει εδώ.

Η νύχτα άρχισε να απλώνει τη δροσερή της παρουσία μετατρέποντας την άμμο από χρυσή σε ασημένια. Φροντίσαμε όλοι να μαζέψουμε κάποια ξύλα που υπήρχαν εκεί γύρω και να χτίσουμε μια φωτιά, μεγάλη, τόσο που οι σπίθες της μπερδεύονταν με τα άστρα, και το φεγγάρι δεν ήξερε ποια είναι τελικά τα αδέλφια του και ποια όχι.

Χορέψαμε γύρω από τη φωτιά σαν εκείνους τους αρχαίους που σε αυτήν έβλεπαν καθετί το θεϊκό και μυστηριώδες. Είπαμε τραγούδια διάφορα και κοιμηθήκαμε. Ήσυχα ο καθένας και η καθεμιά κλείσαμε τα μάτια μας και είδαμε όνειρα για μια παραλία με νερό καταγάλανο και νέους πανέμορφους και ολόγυμνους να χαίρονται ο ένας το κάλλος του άλλου. Ο κάθε νέος αγκαλιά με μια νέα, μαζί τυλιγμένοι σε έναν απροσδιόριστο έρωτα.

Το πρωί ήρθε όμορφο και γλυκό. Ο ήλιος ανέτειλε γαλήνιος καλώντας μας να ανοίξουμε τα μάτια μας να δούμε την παράσταση που έπαιζε πάνω στα θαλασσινά νερά. Σηκωθήκαμε όλοι και είπαμε τις καλημέρες μας, όπως κάνουν όλοι σε μια γειτονιά. Αλλά εμείς δεν είχαμε δουλειές να πάμε και υποχρεώσεις. Πετάξαμε λοιπόν λίγη άμμο πάνω στα κάρβουνα και πήγαμε για ένα τελευταίο πλατσούρισμα στη θάλασσα.

Έπειτα, ντυθήκαμε και μπήκαμε μέσα στο βαγόνι που μας περίμενε. Τινάξαμε φυσικά τα πόδια μας από την άμμο, όπως πρέπει άλλωστε, γιατί αλλιώς θα φωνάζει η ασφάλεια.

«Αγαπητοί επιβάτες, παρακαλείστε να προσέχετε τα προσωπικά σας αντικείμενα. Ευχαριστώ»

Μας ευχαρίστησε λοιπόν ετούτη η ευγενέστατη κοπέλα και φύγαμε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s