Αστέρια

Η μικρή αυλή ήταν έτοιμη να δεχτεί την παρουσία και τον ελαφρό ήχο γυναικείων βημάτων εκείνο το πρωινό. Ήταν αρκετά νωρίς, αλλά όχι τόσο ώστε να δικαιολογήσει την απουσία κίνησης στη συνοικία. Πιο πιθανή αιτία ήταν μάλλον η πυρωμένη καλοκαιρινή ζέστη που ξεπρόβαλε μαζί με τον ήλιο, η οποία έμοιαζε με αυτήν των μεσημαριανών ωρών. Πράγματι, αν περνούσε κανείς από τη συνοικία αγνοώντας τον χρόνο της επίσκεψής του θα σκεφτόταν πως επρόκειτο για στιγμές μεσημεριού. Το μόνο που ακουγόταν ήταν τα τζιτζίκια, τα οποία είτε έχοντας μια ανώτερη αντοχή στον καύσωνα, είτε απλώς απολαμβάνοντάς τον, βρίσκουν πως αυτές οι ώρες οι ζεστές είναι οι ωραιότερες για συζήτηση.

Τα γυναικεία βήματα ήρθαν ξυπόλυτα, και ο ήχος τους ακούστηκε ανάμεσα στα ξεραμένα χόρτα, παρά τις προσπάθειες του κοντινότερου τζίτζικα να τον καλύψει. Πέρασε από το άνοιγμα του μικρού πετρόκτιστου φράχτη, διέσχισε τον παραμελημένο κήπο με τις ζαρωμένες ντοματιές και κάθισε στο σκαμνί δίπλα από την παλιά ελιά. Έγειρε το κεφάλι της στον αρχαίο κορμό και προσπάθησε να βολέψει τα μάτια της ώστε οι χαμηλότερες φυλλωσιές να κρύψουν όσο περισσότερο τον πρωινό ήλιο.

Μόλις είχε γυρίσει φαίνεται από το κοντινό ρυάκι, γιατί τα μακριά της μαύρα μαλλιά ήταν βρεγμένα κι έσταζαν. Το νερό έπεφτε αργά σχηματίζοντας στον αέρα μεγάλες κρυστάλλινες σταγόνες οι οποίες χρειάζονταν μια αιωνιότητα για να φτάσουν το διψασμένο χώμα γύρω από το δέντρο. Άλλες σταγόνες έτρεχαν πάνω στο μάγουλο, κατέβαιναν στον λαιμό και μετά η καθεμία ακολουθούσε τον δικό της δρόμο. Μια από τους ώμους στα χέρια, άλλη ανάμεσα από τα στήθη και άλλες, αδύναμες, που εξατμίζονταν πριν προλάβουν να εξερευνήσουν την ομορφιά της νέας. Αν θυμάται κανείς, ήταν σαν τη γλυκιά εκείνη σκηνή από τη «Μαλένα»· και, όντως, ποιος δε θα ήθελε να ξαπλώσει εκεί και να γευτεί, έστω δυο τρεις…

Εκεί έμεινε, και η ζέστη έκανε τον χρόνο να φαίνεται αιώνιος, μέχρι να ανοίξει τρίζοντας η παλιά ξύλινη πόρτα του σπιτιού.

Ο άντρας χαμογέλασε ελαφρά, τεντώθηκε και κάθισε στο πέτρινο κατώφλι της πόρτας γέρνοντας το κεφάλι του στις παραστάδες. Δεν έκλεισε τα μάτια του όμως παρά βάλθηκε να κοιτάζει τη γυναίκα του, θαυμάζοντας τις ομορφιές της. Αγαπούσε κάθε της πτυχή, κάθε καμπύλη, κάθε μυστηριακή αναπνοή που έβγαινε ελαφρά σαν αεράκι ανεβοκατεβάζοντας το στήθος.

«Γεια σου Γόμερ» ψιθύρισε, χωρίς να ξέρει αν απευθυνόταν σε αυτήν ή αν μονολογούσε.

Η Γόμερ μισοάνοιξε τα μάτια και χαμογέλασε.

«Κάνει ζέστη» είπε αυτή.

«Ναι, κάνει».

«Και πήγα στο ρυάκι να δροσιστώ».

«Ξέρω. Μάλλον κι εγώ θα πάω».

Σταμάτησαν να μιλάνε και συνέχισαν να απολαμβάνουν τη ρέμβη της πρωινής ζέστης. Κάποια στιγμή δυο-τρία σπουργίτια προσπάθησαν να συναγωνιστούν τους τζίτζικες. Γλυκιές τρίλιες αναμιγνύονταν με τις μεταλλικές παρεμβάσεις και για λίγη ώρα φαινόταν σαν η φύση να ερχόταν σε αρμονία με τον εαυτό της και κανείς δεν ήθελε να προδώσει πια τον άλλο. Η φυγή είχε γίνει εχθρός εκεί, γύρω από την αρχαία ελιά.

Ο Ωσηέ σηκώθηκε νωχελικά από το κατώφλι και περπάτησε προς τη γυναίκα του. Σταμάτησε πλάι της και άρχισε να απομακρύνει μικρά φύλλα και κομμάτια από τον κορμό της ελιάς που έπεσαν και κόλλησαν πάνω στο υγρό κεφάλι της. Έπειτα της φίλησε τα μαλλιά.

«Το βράδυ πήγα να δω τα αστέρια», είπε η νέα. «Γι’ αυτό δεν ήρθα».

Ο Ωσηέ δε μίλησε. Είχε στηρίξει τώρα το σαγόνι του πάνω στο κεφάλι της και κοίταζε γύρω αόριστα. Ο βραχίονάς του είχε περάσει ελαφρά λίγο πάνω από το στέρνο της γυναίκας, αγκαλιάζοντάς την. Τα τζιτζίκια είχαν για κάποιον λόγο σταματήσει. Επικρατούσε ησυχία.

«Πες μου την επόμενη φορά» έσπασε τη σιωπή ο Ωσηέ.

«Για ποιο πράμα;» ρώτησε διστακτικά η Γόμερ.

«Όταν θα πας να δεις τα αστέρια. Πες μου. Θέλω κι εγώ να έρθω. Οι δυο μας και τα αστέρια. Μου ακούγεται ωραίο…»

Ξανά σιωπή. Σίγουρα, κάποιες τέτοιες στιγμές η φύση αφουγκράζεται τα πάρε-δώσε των ανθρώπων. Προσπαθεί να βγάλει μιαν άκρη από την πολυπλοκότητα των προβλημάτων τους.

Το χέρι του Ωσηέ ένιωσε ένα τρέμουλο στο σώμα της γυναίκας του. Τα δάκρυά της άρχισαν να κυλάνε πάνω στον γερό του βραχίονα. Η Γόμερ γύρισε το κεφάλι της προς το στήθος του άντρα της και άφησε τον εαυτό της στην αγκαλιά του ξεσπώντας, ελεύθερη πια, στα κλάματα που είχε κρατήσει μέσα της τόσον καιρό.

«Τι περίεργη ώρα είναι αυτή για να κλαίει κανείς;» σκέφτηκαν οι τζίτζικες, τα δυο-τρία σπουργίτια και η ιτιά. «Γιατί να περνά κανείς έτσι ένα ηλιόλουστο ανέμελο πρωινό;» Και κάθισαν εκεί, ακούγοντας με αίνιγμα την όμορφη κοπέλα να λέει ξανά και ξανά: «Συγγνώμη… Αλήθεια σου λέω, συγγνώμη…»

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s